γρυ

(AM γρῡ)
φρ. «δεν είπε γρυ > >
δεν είπε τίποτε (πρβλ. α. «τὸν μηδὲ γρῡ ἀντιφθεγγόμενον», Ευστάθιος
β. «ὑπὲρ μὲν οἴνου μηδὲ γρῡ τιτθὴ λέγε», Μένανδρος
γ. «περὶ δὲ Φωκέων ἤ Θηβαίων... οὐδὲ γρῡ», Δημοσθένης
δ. «καὶ ταῡτ' ἀποκρινομένω τὸ παράπαν οὐδὲ γρῡ», Αριστοφάνης)
νεοελλ.
φρ.. «δεν καταλαβαίνω, δεν σκαμπάζω γρυ» — δεν καταλαβαίνω τίποτε.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λέξη, ο σχηματισμός τής οποίας έχει ερμηνευθεί από τον ήχο τού γρυλλίσματος τού γουρουνιού. Από τη φωνή τού ζώου και με αρνητική χρήση («ούτε ένα γρύλλισμα») κατέληξε να σημαίνει «ούτε συλλαβή, ούτε τόσο δα, καθόλου» (πρβλ. και λ. γρύζω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γρῦ — a syllable indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυ — βλ. γρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρυπῶν — γρῡπῶν , γρύψ griffin masc gen pl γρυπή vulture s nests fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλίζει — γρῡλίζει , γρυλίζω grunt pres ind mp 2nd sg γρῡλίζει , γρυλίζω grunt pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλίζοντα — γρῡλίζοντα , γρυλίζω grunt pres part act neut nom/voc/acc pl γρῡλίζοντα , γρυλίζω grunt pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπόν — γρῡπόν , γρυπός hook nosed masc acc sg γρῡπόν , γρυπός hook nosed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπός — γρῡπός , γρύψ griffin masc gen sg γρῡπός , γρυπός hook nosed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπότατον — γρῡπότατον , γρυπός hook nosed masc acc superl sg γρῡπότατον , γρυπός hook nosed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύτα — γρύ̱τᾱ , γρῦτα woman s dressing case fem nom/voc/acc dual γρύ̱τᾱ , γρῦτα woman s dressing case fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλιζούσης — γρῡλιζούσης , γρυλίζω grunt pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.